Κομπλεξ

Όλοι οι άνθρωποι έχουν ελαττώματα ή μειονεξίες, τις οποίες όμως φροντίζουν να αντισταθμίσουν μέσα από τα προτερήματά τους. Υπάρχουν άτομα, όμως, τα οποία μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που διαρκώς ακούν αρνητικά σχόλια για τον εαυτό τους. Τα άτομα αυτά γίνονται δέσμια των αρνητικών ιδεών, υιοθετώντας μια αρνητική στάση απέναντι στους άλλους και στον εαυτό τους.

Τι είναι το κόμπλεξ και πώς στρέφεται εναντίον στον εαυτό;

Με τον όρο κόμπλεξ στην καθομιλουμένη εννοούμε μία συμπεριφορά που παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα γι’ αυτόν που την έχει ή για τους γύρω του. Η λέξη κόμπλεξ είναι συνώνυμη της έννοιας “αίσθηση κατωτερότητας”. Τα κόμπλεξ συνήθως δημιουργούνται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου, όταν λαμβάνει αρνητικά μηνύματα από τους οικείους του ή έχει άσχημα βιώματα, κάτι που αφήνει μια αρνητική “σφραγίδα” στην προσωπικότητά του.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν ελαττώματα ή μειονεξίες, τις οποίες όμως φροντίζουν να αντισταθμίσουν μέσα από τα προτερήματά τους, την αυτοπεποίθηση και την καλή σχέση με τον εαυτό, που καλλιεργούνται μέσα από σχέσεις αγάπης και ασφάλειας ήδη από την παιδική ηλικία.

Υπάρχουν άτομα, όμως, τα οποία μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον το οποίο είναι δυσλειτουργικό ή απλά ελλειμματικό και που διαρκώς ακούν αρνητικά σχόλια για τον εαυτό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι λόγια όπως “δεν είσαι άξιος για τίποτα” “πάντα λάθος κάνεις”, “δεν αξίζεις” “εσύ φταις για τη δυστυχία μου” κ.λπ. χαράζονται στο μυαλό και την ψυχή του ανθρώπου και δημιουργούν μια διανοητική φυλακή. Το άτομο αυτό γίνεται δέσμιος αυτών των αρνητικών ιδεών για τον εαυτό του και κάθε φορά που προσπαθεί να κάνει κάτι “ακούει” μέσα του αυτά τα αρνητικά σχόλια και συνήθως παρατάει την προσπάθεια πριν καλά-καλά ξεκινήσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι αισθάνεται απογοήτευση, ένα αίσθημα ματαίωσης, μειονεξίας και ανεπάρκειας. Το άτομο αυτό υιοθετεί μια πικρόχολη κι αρνητική στάση όχι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχισμένο και να κάνει διαρκώς τα ίδια λάθη.

1) Έλλειψη προσωπικής ικανοποίησης.

Τα άτομα που έχουν κάποιο κόμπλεξ ταυτόχρονα διακρίνονται από μια βαθιά αίσθηση του ανικανοποίητου με τον ίδιο τους τον εαυτό. Αισθάνονται ότι δεν είναι τέλειοι, ότι μειονεκτούν και είναι κατώτεροι από τους άλλους. Καθημερινά, περνούν μια ιδιαίτερα ψυχοφθόρα εμπειρία: τη σύγκριση που κάνουν με όλους τους άλλους, προκειμένου ν’ αποδείξουν στον εαυτό τους πόσο κατώτεροι είναι. Μια τέτοια στάση ζωής, όμως, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στο άτομο αυτό να διαπιστώσει και να χαρεί τα προτερήματά του, ενώ παράλληλα του στερεί την ευχαρίστηση των κοινωνικών συναναστροφών.

Τα άτομα που διακατέχονται από κάποιο κόμπλεξ δεν έχουν μάθει ένα βασικό μάθημα ζωής: κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά αυτό δεν είναι ανάγκη να σταθεί εμπόδιο στην ευτυχία, την ικανοποίηση και την προκοπή του καθενός, αφού πάντα υπάρχει χώρος για βελτίωση.

2) Τα πιο συνηθισμένα κόμπλεξ: Κόμπλεξ ανωτερότητας.

Πολλοί άνθρωποι δίνουν στους γύρω τους με κάθε τρόπο την εικόνα της ατομικής τους ανωτερότητας και προσπαθούν μέσα από συνεχόμενες συγκρίσεις να αποδείξουν ότι είναι “οι καλύτεροι, δυνατότεροι, πλουσιότεροι, πιο πονηροί, καπάτσοι, κοινωνικοί…”. Οι άνθρωποι αυτοί ξεκινούν τις κοινωνικές τους συναναστροφές προσπαθώντας να αποδείξουν ότι είναι ανώτεροι από τους υπόλοιπους και να δείξουν με κάθε τρόπο στους άλλους ότι είναι κατώτεροι. Αυτό γίνεται με τόσο κραυγαλέο τρόπο, που καθιστά τα άτομα αυτά αντιπαθητικά αλλά και πολλές φορές αντικείμενο κοροϊδίας από τον περίγυρό τους.

Γιατί όμως επιλέγει κανείς μια τέτοια στάση ζωής; Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται ακριβώς αντίθετα από αυτό που δείχνουν: διακατέχονται από ένα απύθμενο αίσθημα μειονεξίας και κατωτερότητας και προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην το φανερώσουν, φτάνοντας στο άλλο άκρο. Στην πραγματικότητα δεν προσπαθούν να “πείσουν” τους άλλους ότι είναι καλύτεροι, αλλά είναι μια απόπειρα να πείσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Δυστυχώς, όμως, χρησιμοποιούν τον λάθος τρόπο κι έτσι δεν πετυχαίνουν το ζητούμενο, αλλά το αντίθετο: η στάση τους και οι τρόποι τους συχνά τους αποξενώνουν από τους άλλους κι έτσι δε βιώνουν την επιτυχία και την αναγνώριση που επιθυμούν.

3) Κόμπλεξ κατωτερότητας

Κόμπλεξ κατωτερότητας είναι η έντονη αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας ή η τάση να μειώνει κανείς τον εαυτό του. Η αίσθηση ανεπάρκειας προκαλείται από τη σύγκρουση ανάμεσα στο να θέλει να είναι κανείς αρεστός και να τον προσέχουν οι άλλοι και στο φόβο του μήπως τον απορρίψουν και τον ταπεινώσουν.
Ατομα αξιόλογα και με προτερήματα βλέπουν τον εαυτό τους σαν ανίκανο και κατώτερο από τους υπόλοιπους. Η άποψη που έχει κανείς για τον εαυτό του μπορεί να τον μειώνει, όπως επίσης και οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να μειώνουν με την κριτική τους το άτομο. Έτσι, το άτομο καταλήγει να αντιπαθεί κάποιον: τον ίδιο του τον εαυτό ή τους άλλους. Αν αντιπαθεί τον εαυτό του, τότε έχει κόμπλεξ κατωτερότητας. Αν αντιπαθεί τους άλλους, τότε η ανάγκη του για κοινωνική επιβεβαίωση είναι πολύ μεγαλύτερη εκείνη τη στιγμή.

Το άτομο με κόμπλεξ κατωτερότητας βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους: αντιπάθεια για τον εαυτό ή τους άλλους. Τα άτομα με κόμπλεξ κατωτερότητας τείνουν να γίνονται ιδιαίτερα επιθετικά προς τους άλλους, προκειμένου να αισθανθούν καλύτερα.

4) Κόμπλεξ σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση και ιδιαίτερα με το βάρος

Πολλά άτομα βασανίζονται από μια αίσθηση κατωτερότητας και μειονεξίας που σχετίζεται με την εξωτερική τους εμφάνιση, και κυρίως με τα κιλά τους. Είναι φυσικό μερικές φορές να διαμαρτύρεται κάποιος ότι δεν του αρέσει που πάχυνε, ή να κρίνει ότι χρειάζεται να “σφίξει” στο γυμναστήριο, ωστόσο η σκέψη αυτή είναι παροδική και δεν του καθορίζει τη ζωή.

Με αυτή την έννοια, το να αντιληφθεί κανείς μια μειονεξία που έχει και να φροντίσει να την αλλάξει -αν αυτό γίνεται- ή να την αποδεχτεί είναι υγιές και φυσιολογικό. Όταν όμως το άτομο αρχίζει να νιώθει διαρκώς μειονεκτικά, ότι είναι ανεπαρκές, ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι και ανάγει όλα τα προβλήματά του στην εξωτερική του εμφάνιση, τότε εκεί υπάρχει ψυχολογικό πρόβλημα.

Τα άτομα με κόμπλεξ εξωτερικής εμφάνισης δεν είναι αποκλειστικά υπέρβαρα ή έχουν κάτι άσχημο στην εμφάνισή τους: μπορεί να είναι και το άτομο που χτυπιέται κάθε μέρα στο γυμναστήριο ή φροντίζει κι έχει μια υπερβολικά προσεγμένη εμφάνιση. Ο κοινός παρονομαστής είναι ο φόβος ότι η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι αρκετά καλή, κι έτσι το άτομο αυτό δε συμφιλιώνεται με τον εαυτό του, αλλά ούτε και με τους άλλους.

Πηγή : Δρ Λίζα Βάρβογλη, Ph.D. Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s